ΚΑΛΟΗΘΗ ΥΠΕΡΠΛΑΣΙΑ ΠΡΟΣΤΑΤΗ
Τί είναι;
Η καλοήθης υπερπλασία του προστάτη είναι η διόγκωση του προστάτη αδένα που οφείλεται στην αύξηση και ανάπτυξη των αδενίων του προστάτη (αδένωμα), λόγω προόδου της ηλικίας. Η κατάσταση αυτή είναι ιδιαίτερα συχνή στους άνδρες άνω των 60 ετών, σε ποσοστό που κυμαίνεται γύρω στο 35%.
Πώς εκδηλώνεται;
Τα συμπτώματα της πάθησης εγκαθίστανται σταδιακά, γι’αυτό άλλωστε πολλοί τα εκλαμβάνουν ως “φυσιολογικό” φαινόμενο που σχετίζεται με τη γήρανση. Τα κυρίαρχα ενοχλήματα είναι: συχνουρία, αφύπνιση τη νύκτα για ούρηση (νυκτουρία), απότομη και επείγουσα ανάγκη για ούρηση (επιτακτικότητα) με ενδεχόμενη απώλεια ούρων (ακράτεια), αίσθημα ατελούς αδειάσματος της κύστης (κατακράτηση ούρων), αδύναμη και διακοπτόμενη ροή των ούρων. Σπανιότερα μπορεί να εμφανιστούν κάψιμο κατά την ούρηση, ιδίως αν συνυπάρχει ουρολοίμωξη, αίμα στα ούρα ή πλήρης αδυναμία ούρησης και πόνος στην κοιλιά, λόγω συσσώρευσης ούρων στην κύστη (επίσχεση ούρων). Σε επιπλεγμένες περιπτώσεις μπορεί επίσης να αναπτυχθούν πέτρες στην ουροχόχο κύστη ή και νεφρική βλάβη (αποφρακτική ουροπάθεια).
Πού οφείλεται;
Η αλήθεια είναι ότι δε γνωρίζουμε επακριβώς. Θεωρούμε ότι η υπερπλασία του προστάτη σχετίζεται με αύξηση της ευαισθησίας των αδενικών κυττάρων του προστάτη στην επίδραση των ανδρογόνων (τεστοστερόνη) με ταυτόχρονη ελάττωση του προγραμματισμένου τερματισμού του κύκλου ζωής των κυττάρων αυτών (απόπτωση). Το αποτέλεσμα είναι τα αδενικά κύτταρα να πολλαπλασιάζονται υπέρμετρα (αδενική υπερπλασία). Φαίνεται όμως ότι και το στρώμα του προστάτη, που αποτελείται από ινώδη και μυϊκά κύτταρα, υπερπλάσσεται επίσης (στρωματική υπερπλασία). Η διαδικασία αυτή φαίνεται ότι τελεί υπό την επίδραση αυξητικών παραγόντων (EGF). Η ανατομική περιοχή του προστάτη που πρώτη διογκώνεται είναι αυτή που περιβάλλει την ουρήθρα (περιουρηθρική ζώνη), ενώ στη συνέχεια επεκτείνεται και στη γύρω περιοχή (μεταβατική ζώνη).
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διάγνωση της πάθησης στηρίζεται καταρχήν στη λήψη καλού ιστορικού, που κατευθύνει τη σκέψη του γιατρού αλλά και ποσοτικοποιεί τη βαρύτητα των συμπτωμάτων. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιούνται ειδικά ερωτηματολόγια, όπως ο Διεθνής Δείκτης Συμπτωμάτων του Προστάτη (IPSS). Η αντικειμενική εκτίμηση της βαρύτητας των συμπτωμάτων σκοπό έχει να κατευθύνει στην επιλογή της καταλληλότερης θεραπείας και την αποφυγή άσκοπης ταλαιπωρίας του ασθενή. Απαραίτητη είναι επίσης η λεπτομερής κλινική εξέταση του ασθενή και ιδιαίτερα η δακτυλική εξέταση του προστάτη. Η εξέταση αυτή, μολονότι όχι ιδιαίτερα ευχάριστη για τον άνδρα, είναι αναγκαία για να να εκτιμηθεί αδρά η υφή και το μέγεθος του προστάτη και να αναγνωριστούν τυχόν ύποπτες για καρκίνο περιοχές. Το υπερηχογράφημα του προστάτη, είτε διακοιλιακό, είτε διορθικό βοηθά επίσης τη διάγνωση, διότι απεικονίζει το όργανο ευκρινώς, μας πληροφορεί για τις ακριβείς του διαστάσεις και την παρουσία διόγκωσης, ανωμαλιών, επασβεστώσεων ή ύποπτων εστιών, καθώς και για την κατάσταση των σπερματοδόχων κύστεων. Αυτές βρίσκονται πάνω και πίσω από τον προστάτη και συμμετέχουν στην παραγωγή του προστατικού υγρού. Ο υπερηχογραφικός έλεγχος θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει τον έλεγχο των νεφρών και της κύστης προ και μετά την ούρηση για την πληρέστερη κατανόηση της λειτουργικότητας του ουροποιητικού συστήματος. Ο ασθενής θα πρέπει να υποβάλλεται σε εργαστηριακές εξετάσεις που σκοπό έχουν την εκτίμηση των ούρων (γενική ούρων) και τον έλεγχο της νεφρικής λειτουργίας (ουρία και κρεατινίνη ορού). Σημαντικός θεωρείται ακόμη ο έλεγχος του προστατικού ειδικού αντιγόνου (PSA) στον ορό του αίματος, συνεκτιμώμενο ως προς το μέγεθος του προστάτη (PSAD). Η ουροροομετρία, δηλαδή η αντικειμενική μέτρηση της ροής των ούρων με ειδικό μηχάνημα, μπορεί να παράσχει σημαντικές πληροφορίες σχετικά με το βαθμό της απόφραξης. Αν ο ασθενής είναι κάτω των 50 ετών ή πάσχει από νευρολογικό νόσημα μπορεί να χρειαστεί και ουροδυναμικός έλεγχος, όπου με τη βοήθεια μανομετρικών καθετήρων μπορεί να καταγραφεί η ροή των ούρων σε συνάρτηση με τις πιέσεις που αναπτύσσονται στην κύστη (μελέτη πίεσης-ροής). Ο ενδοσκοπικός έλεγχος (ουρηθροκυστεοσκόπηση) δεν είναι πάντοτε απαραίτητος, παρά μόνο σε περιπτώσεις αιματουρίας και όπου ο γιατρός υποψιάζεται άλλη αιτία απόφραξης (π.χ. βαλβίδες, στένωμα ουρήθρας κ.λ.π.)
Πώς θεραπεύεται;
Στα πρώτα στάδια της νόσου η αντιμετώπιση είναι συντηρητική. Εάν τα συμπτώματα είναι πολύ ήπια είναι δυνατόν να επιλεγεί η τακτική της προσεκτικής παρακολούθησης ανά τακτά χρονικά διαστήματα ή να χορηγηθούν ήπια σκευάσματα φυτικής προέλευσης, όπως η serenoa repens , το pygeum africanum και το saw palmetto.
Κατά την εξέλιξη της νόσου συνήθως τίθεται ένας α-αδρενεργικός αποκλειστής. Τα φάρμακα αυτά επιδρούν κυρίως στη ροή των ούρων και μάλιστα εντός 2 εβδομάδων. Κυριότερες παρενέργειες η υπόταση και η διαταραχές εκσπερμάτισης. Αν το μέγεθος του προστάτη είναι μεγάλο, τότε προστίθενται και αναστολείς του ενζύμου 5-α ρεδουκτάση, όπως φιναστερίδη και δουταστερίδη. Τα φάρμακα αυτά μικραίνουν τον όγκο του προστάτη έως και 30% σε χρονικό διάστημα 6 μηνών.
Σε περιπτώσεις όπου τα συμπτώματα ταλαιπωρούν ιδιαίτερα τον ασθενή χωρίς φαρμακευτική ανταπόκριση, σε λιθίαση της κύστης, μαζική αιματουρία, επανειλημμένες ουρολομώξεις και νεφρική βλάβη επιλέγεται κάποια χειρουργική θεραπεία. Η διουρηθρική προστατεκτομή (TURP, Turis) θεωρείται ο χρυσός κανόνας στους περισσότερους ασθενείς. Τελευταία χρησιμοποιείται η laser προστατεκτομή. Σε μεγαλύτερα αδενώματα χρησιμοποιείται η ανοικτή προστατεκτομή.
ΠΡΟΣΤΑΤΙΤΙΔΑ
Τί είναι;
Ο όρος χρόνια προστατίτιδα περικλείει μια πλειάδα κλινικών συνδρόμων που οφείλονται σε φλεγμονή του προστάτη αδένα αλλά και σε δυσλειτουργικά φαινόμενα των παρακείμενων ανατομικών σχηματισμών που συγκροτούν το πυελικό έδαφος. Οι σχηματισμοί αυτοί είναι μυοσκελετικές δομές (μυς, περιτονίες), αγγεία και νεύρα που έρχονται σε στενή επαφή με τον προστάτη.
Πώς εκδηλώνεται;
Η κατάσταση αυτή μπορεί να εκδηλωθεί με ποικίλους τρόπους. Σε πολλούς ασθενείς παρουσιάζεται σταδιακά συχνουρία, αίσθημα ατελούς αδειάσματος της κύστης, κάψιμο ή φαγούρα στην ουρήθρα, δυσχέρεια στην ούρηση, ακαθόριστος πόνος στην κατώτερη κοιλιά, τους όρχεις, το περίνεο, την εσωτερική πλευρά των μηρών ή και τη ράχη. Σε ορισμένους ασθενείς ενόχληση ή πόνος κατά την εκσπερμάτιση, αίμα στο σπέρμα (αιμοσπερμία), δυσάρεστη οσμή, αλλοιωμένο χρώμα ή κροκυδώσεις του σπέρματος (εικόνα “ζελέ”), πρόωρη εκσπερμάτιση ή και στυτική δυσλειτουργία με ή χωρίς συμπτώματα ούρησης.
Σημειώνεται ότι σε ένα σημαντικό ποσοστό των ασθενών τα συμπτώματα είναι πολύ ελαφρά έως ανύπαρκτα. Εδώ η ανακάλυψη της νόσου πιθανόν να είναι τυχαία στα πλαίσια διερεύνησης που διενεργείται για άλλους λόγους π.χ. λόγω υπογονιμότητας.
Πού οφείλεται;
Πιστεύουμε ότι η εγκατάσταση στον προστάτη μικροβιακών στελεχών πυροδοτεί τη φλεγμονή, η οποία κάποιες φορές εξελίσσεται με ήπιο τρόπο και μεταπίπτει σε χρόνια κατάσταση. Τα μικρόβια συνήθως είναι είτε εντερικής προέλευσης (κολοβακτηρίδιο, εντερόκοκκος, πρωτέας, κλεμπσιέλλα), είτε μη ειδικά (χλαμύδια, μυκόπλασμα, ουρεάπλασμα) και μέσω της ουρήθρας εγκαθίστανται και αναπτύσσονται μέσα στα προστατικά αδένια, όπου προκαλούν εστιακή φλεγμονή. Μέσω της δημιουργίας βιομεμβρανών που επικαλύπτουν τις αποικίες τους και λόγω της ύπαρξης του αιμοπροστατικού φραγμού, που δυσχεραίνει τη διάχυση αντιβιοτικών μέσα στα αδένια, αυτό τα μικρόβια προστατεύονται. Εκεί είναι δύσκολο να προσβληθούν από τους ανοσιακούς μηχανισμούς και έτσι αναπτύσσονται με έναν λανθάνοντα τρόπο.
Η μετέπειτα εξέλιξη των συμπτωμάτων δεν συνοδεύεται απαραίτητα από ανίχνευση μικροβίων στα ούρα, το προστατικό υγρό ή το σπέρμα. Τα συμπτώματα σε μεγάλο βαθμό οφείλονται στην προσβολή και δυσλειτουργία των μυών, αγγείων και νεύρων που βρίσκονται γύρω από τον προστάτη και σε στενότατη επαφή με αυτόν.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διάγνωση του συνδρόμου του χρόνιου πυελικού άλγους γίνεται με τη βοήθεια του ιστορικού του ασθενή, την κλινική εξέταση, τον απεικονιστικό και εργαστηριακό έλεγχο. Ο κλινικός έλεγχος περιλαμβάνει τη δακτυλική εξέταση του προστάτη από το ορθό, η οποία προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για την κατάσταση του προστάτη. Από τις απεικονιστικές εξετάσεις το υπερηχογράφημα δίνει στο γιατρό λεπτομερή απεικόνιση της ανατομικής υφής του προστάτη και των σπερματοδόχων κύστεων, που βρίσκονται πάνω και πίσω από τον προστάτη. Πολύ συχνά ο προστάτης παρουσιάζει ανομοιογενή εικόνα με επασβεστώσεις (προστατόλιθους), αυξημένο μέγεθος (οίδημα) και διόγκωση των σπερματοδόχων κύστεων. Τα ευρήματα αυτά είναι μη ειδικά, που σημαίνει ότι μπορεί να τα συναντήσουμε και σε άλλες παθολογικές καταστάσεις (π.χ. υπερπλασία, καρκίνος).
Ο ουροροομετρικός και ενίοτε ο ουροδυναμικός έλεγχος έχουν επίσης θέση στη διάγνωση του χρόνιου πυελικού άλγους. Αυτό διότι, όπως προαναφέρθηκε, οι άνδρες με χρόνια προστατίτιδα μπορεί να εμφανίζουν δυσχέρεια ούρησης (αποφρακτική ούρηση). Πιστεύουμε ότι αυτή η απόφραξη δεν είναι ανατομική, αλλά λειτουργική λόγω σπασμού και αδυναμίας χαλάρωσης των πυελικών δομών γύρω από τον προστάτη (δυσυνεργική ούρηση). Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι δεν είναι λίγες οι νευρολογικές παθήσεις που μπορεί να εκδηλωθούν με συμπτώματα ούρησης (π.χ. πολλαπλή σκλήρυνση, παθήσεις της σπονδυλικής στήλης, νόσος Parkinson κ.α.).
Η ουρηθροσκόπηση και κυστεοσκόπηση συνήθως δεν απαιτούνται, παρά μόνον εκεί που ο γιατρός υποψιάζεται ανατομικά προβλήματα και θέλει να τα αναδείξει. Τέτοια προβλήματα είναι οι βαλβίδες και τα στενώματα της ουρήθρας και ο υπερτροφικός ή σκληρυντικός αυχένας της ουροδόχου κύστης. Στις περιπτώσεις αυτές ο γιατρός μπορεί να ζητήσει επίσης την εκτέλεση ειδικών ακτινολογικών εξετάσεων, όπως η ανιούσα ουρηθροκυστεογραφία, η κυστεοουρηθρογραφία κατά την ούρηση και η υπερηχο-ουρηθρογραφία.
Στους ασθενείς με οργασμική ή στυτική δυσλειτουργία μπορεί να ζητηθούν επιπλέον εξετάσεις όπως καταγραφή των νυκτερινών στύσεων ή έγχρωμο υπερηχογράφημα πέους σε ηρεμία και στύση.
Πώς θεραπεύεται;
Η αντιμετώπιση του χρόνιου πυελικού άλγους είναι εφικτή, έχοντας όμως κατά νου ορισμένες γενικές παραδοχές:
α) δεδομένου ότι οι ακριβείς αιτιοπαθογενετικοί μηχανισμοί όλων των μορφών της νόσου δεν είναι εντελώς γνωστοί, δεν υπάρχει μία και μοναδική αιτιολογική θεραπεία για όλες τις περιπτώσεις,
β) η θεραπεία είναι συνήθως μακροχρόνια,
γ) υπάρχει πάντοτε η πιθανότητα επανεμφάνισης ενοχλήσεων (υποτροπή) σε μη προβλεπτό χρόνο,
δ) οι ενδεχόμενες ψυχικές διαταραχές των ασθενών (άγχος, κατάθλιψη, φοβίες) θα πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και να αντιμετωπίζονται σε συνεργασία με γιατρούς της αντίστοιχης ειδικότητας (π.χ. ψυχίατροι).
Σε όλους τους ασθενείς αρχικά χορηγείται αντιβίωση ευρέως φάσματος για διάστημα 3 εβδομάδων με δυνατότητα παράτασης έως και 3 μήνες ανάλογα με το θεραπευτικό αποτέλεσμα. Συνήθως ο γιατρός επιλέγει τις λεγόμενες κινολόνες νεώτερης γενιάς (σιπροφλοξασίνη, οφλοξασίνη, λεβοφλοξασίνη κ.α.). Οι κινολόνες διαπερνούν τον αιμοπροστατικό φραγμό και δημιουργούν ικανοποιητικές θεραπευτικές συγκεντρώσεις μέσα στα προστατικά αδένια. Στην περίπτωση που ανιχνεύονται μη ειδικά μικρόβια (χλαμύδια, μυκόπλασμα, ουρεάπλασμα) ο γιατρός μπορεί να συγχορηγήσει και μακρολίδες (κλαριθρομυκίνη, αζιθρομυκίνη, ροξιθρομυκίνη κ.α.) προκειμένου να επιτύχει πλήρη εκρίζωση των μικροβίων από το προστατικό υγρό.
Άλλα φάρμακα που μπορεί να χορηγηθούν είναι τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη και τα μυοχαλαρωτικά, ιδίως στις περιπτώσεις όπου κυριαρχεί το στοιχείο του πόνου και του σπασμού του πυελικού εδάφους. Σε έντονη υποκυστική απόφραξη ο γιατρός χορηγεί και φάρμακα που βελτιώνουν τη ροή των ούρων, τους λεγόμενους α-αδρενεργικούς αποκλειστές (αλφουζοσίνη, ταμσουλοσίνη κ.α.). Βοηθητικά επίσης λειτουργούν ορισμένα φυτικά εκχυλίσματα καθώς και αντιοξειδωτικές ουσίες (καρνιτίνη).
Στους άνδρες με χρόνιο πυελικό άλγος γενικά συνιστάται η λήψη άφθονων υγρών (κυρίως νερού και σόδας), αποχή από το αλκοόλ, αποφυγή κατανάλωσης καυτερών και ερεθιστικών τροφών (τσίλι, ταμπάσκο, μπούκοβο, πιπεριά κλπ), η θέρμανση του περινέου με θερμά λουτρά (εδρεόλουτρα) ή θερμοφόρα, καθώς επίσης και η τακτική εκσπερμάτιση χωρίς παρατεταμένη διέγερση. Η χρήση προφυλακτικού κατά τη σεξουαλική επαφή είναι ενδεδειγμένη, καθώς απομακρύνει τον κίνδυνο επαφής με νέα μικροβιακά στελέχη κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Πρέπει να σημειωθεί ότι μολονότι δεν πρόκειται για σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα, σε περίπτωση ενοχλήσεων της σεξουαλικής συντρόφου καλόν θα ήταν να γίνει έλεγχος αυτής από το γυναικολόγο.
ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΠΡΟΣΤΑΤΗ
Τί είναι;
Πρόκειται για τη συχνότερη μορφή μη δερματικής νεοπλασίας των ανδρών, που ευθύνεται για το 9% των θανάτων του άρρενος πληθυσμού. Από ιστολογικής άποψης, η συνηθέστερη μορφή είναι το αδενοκαρκίνωμα του προστάτη σε ποσοστό 95%. Η περιφερική μοίρα του προστάτη αδένα αποτελεί την περιοχή όπου τα καρκινώματα αναπτύσσονται συχνότερα.
Πώς εκδηλώνεται;
Όταν η νόσος είναι εντοπισμένη στον προστάτη συμπτώματα δεν υπάρχουν και ο άνδρας αισθάνεται υγιής. Η εμφάνιση αιματουρίας, συχνουρίας, επιτακτικότητας ή δυσκολίας στην ούρηση εμφανίζονται συνήθως όταν η νόσος εμφανίζει τοπική επέκταση προς την ουρήθρα. Η πλήρης διήθηση της ουρήθρας μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την πλήρη αδυναμία ούρησης (επίσχεση ούρων). Πόνος στην οσφύ και γενικότερα τη σπονδυλική στήλη, τη λεκάνη, τα ισχία ή τα μακρά οστά (μηρός, βραχίονας) – ιδιαίτερα σε ασθενείς με γνωστά καρκινώματα – μπορεί να υποδηλώνει την ανάπτυξη μεταστάσεων στα αντίστοιχα οστά. Οίδημα στο ένα ή και τα δύο σκέλη υποδηλώνει την ύπαρξη πολλαπλών λεμφαδενικών μεταστάσεων στη λεκάνη, που εμποδίζουν την απαγωγή αίματος και λέμφου από τα πόδια.
Πρέπει να τονιστεί ότι στη σημερινή εποχή η πλειοψηφία των νέων διαγνώσεων τίθενται όταν η νόσος βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο, οπότε όπως προαναφέρθηκε είναι ασυμπτωματική.
Πού οφείλεται;
Σήμερα πιστεύουμε πως η αιτιολογία του καρκίνου στον προστάτη είναι πολυπαραγοντική. Περίπου 9% όλων των καρκίνων και πάνω από 40% αυτών που διαγιγνώσκονται σε ηλικία κάτω των 50 ετών οφείλονται σε γονίδιο που εντοπίζεται στο χρωμόσωμα 1. Αυτός ο τύπος καρκίνου χαρακτηρίζεται ως “οικογενής”, ενώ οι υπόλοιποι ως “σποραδικοί”. Έχουν ενοχοποιηθεί διάφοροι διατροφικοί παράγοντες, όπως η υπερκατανάλωση λιπαρών τροφών, η έκθεση στο ραδιενεργό κάδμιο και η έλλειψη βιταμίνης D.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διάγνωση της πάθησης στηρίζεται σήμερα στην προληπτική κλινική εξέταση, που συνιστάται να γίνεται μετά την ηλικία των 50 ετών, και στον προσδιορισμό του Προστατικού Ειδικού Αντιγόνου (Prostatic Specific Antigen, PSA) στο αίμα. Η κλινική εξέταση στηρίζεται κατά βάση στη δακτυλική εξέταση του προστάτη από το ορθό. Ο Ουρολόγος μπορεί ψηλαφώντας τον προστάτη να αντιληφθεί την ανάπτυξη ανώμαλων, σκληρών και ανομοιογενών περιοχών που μπορεί να θεωρηθούν ύποπτες. Το PSA είναι μια γλυκοπρωτεΐνη που παράγεται από τα αδενικά κύτταρα του προστάτη και είναι υπεύθυνη για τη ρευστοποίηση το σπέρματος. Όταν αυξάνει η παραγωγή της (φλεγμονή, υπερπλασία, καρκίνος), αρχίζει να ανιχνεύεται και στο αίμα σε υψηλές συγκεντρώσεις. Σε αυτό το σημείο πρέπει να τονιστεί πως το PSA είναι ένας δείκτης προστατικής νόσου και όχι κατ’ ανάγκη καρκίνου. Δηλαδή αν κάποιος έχει καρκίνο του προστάτη, το PSA θα είναι αυξημένο, αλλά όχι κατ’ ανάγκη και το αντίστροφο. Το ανώτατο φυσιολογικό όριο των 4 ng/ml σήμερα αμφισβητείται. Υπάρχουν άνδρες με υψηλότερες τιμές που δεν έχουν καρκίνο και άνδρες με χαμηλότερες που νοσούν.
Ο Ουρολόγος είναι εκείνος που οφείλει να εκτιμήσει την κατάσταση και να προβεί στη διάγνωση. Για να οδηγηθεί σε αυτήν θα καταφύγει στο διορθικό υπερηχογράφημα και την κατευθυνόμενη βιοψία του προστάτη από το ορθό. Η βιοψία του προστάτη είναι ελάχιστα επεμβατική, ανώδυνη και με χαμηλή συχνότητα επιπλοκών. Οι κυριότερες είναι η αιματουρία, η ουρολοίμωξη και η επίσχεση των ούρων. Μερικές φορές χρειάζεται δεύτερη ή και περισσότερες βιοψίες προκειμένου να παρακεντηθεί ο καρκίνος και να τεθεί οριστικά η διάγνωση. Προκειμένου να διερευνηθεί η ενδεχόμενη ύπαρξη μεταστάσεων ο Ουρολόγος μπορεί επιλεκτικά να ζητήσει τη διενέργεια αξονικής τομογραφίας και σπινθηρογραφήματος των οστών.
Πώς θεραπεύεται;
Όταν ο ασθενής έχει PSA λιγότερο από 20 ng/ml, δεν παρουσιάζει μεταστάσεις, είναι υγιής και σε ηλικία κάτω των 75 ετών μπορεί να ιαθεί με την εκτέλεση ριζικής προστατεκτομής. Η επέμβαση συνίσταται στην ολοκληρωτική εξαίρεση του προστάτη, των σπερματοδόχων κύστεων και πυελικών λεμφαδένων και στη συνέχεια στην αναστόμωση κύστης και ουρήθρας. Η επέμβαση μπορεί να εκτελεστεί με ανοικτή προσπέλαση, λαπαροσκοπικά ή και ρομποτικά (σύστημα DaVinci). Βασικές επιπλοκές των επεμβάσεων είναι η ακράτεια ούρων (10%), η στυτική δυσλειτουργία (80%-90%) και στενώματα ουρήθρας (5%). Ο ασθενής μετά την επέμβαση παρακολουθείται δια βίου με προσδιορισμό του PSA ορού, αρχικά ανά τρίμηνο και στη συνέχεια ανά εξάμηνο.
Άλλες εναλλακτικές λύσεις για τον εντοπισμένο στον προστάτη καρκίνο είναι η απλή παρακολούθηση, εφόσον ο ασθενής είναι δεκτικός και όγκος καλής διαφοροποίησης, καθώς και η ακτινοθεραπεία ή η βραχυθεραπεία. Για τον μεταστατικό καρκίνο πρώτη επιλογή είναι η ορμονοθεραπεία, που συνίσταται στην φαρμακευτική αποστέρηση ανδρογόνων (ευνουχισμός).
