ΝΕΦΡΩΝ - ΠΥΕΛΟΝΕΦΡΙΤΙΔΑ
Τι είναι η οξεία πυελονεφρίτιδα;
Οι περισσότερες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος περιορίζονται μόνο στην ουρήθρα και στην ουροδόχο κύστη (κατώτερο ουροποιητικό). Υπάρχουν, όμως, περιπτώσεις όπου η λοίμωξη επεκτείνεται και στο ανώτερο ουροποιητικό (ουρητήρες και νεφρά) και τότε ονομάζεται οξεία πυελονεφρίτιδα. Η πυελονεφρίτιδα μπορεί δυνητικά να εξελιχθεί σε σοβαρή κατάσταση. Ο λόγος είναι ότι η λοίμωξη μπορεί να επεκταθεί μέσω του αίματος και να προκαλέσει στον ασθενή σηψαιμία. Πάντως, σχεδόν πάντα είναι ιάσιμη νόσος με την κατάλληλη αγωγή. Όπως και οι απλές ουρολοιμώξεις, έτσι και η πυελονεφρίτιδα προσβάλλει πιο συχνά τις γυναίκες από τους άντρες.
Ποια είναι τα συμπτώματα της πυελονεφρίτιδας;
Η πυελονεφρίτιδα μπορεί να ξεκινήσει με συμπτώματα παρόμοια με της απλής ουρολοίμωξης, δηλαδή συχνουρία και δυσουρία. Στην πορεία όμως, όταν η μόλυνση εξαπλωθεί στο νεφρό, η κατάσταση γίνεται πιο σοβαρή και παρουσιάζονται επιπλέον συμπτώματα, όπως:
-
Πόνος στη νεφρική χώρα (συνήθως ετερόπλευρα)
-
Πυρετός συχνά με ρίγος
-
Αδυναμία, καταβολή
-
Ναυτία και έμετος
-
Σύγχυση ειδικά σε ηλικιωμένα άτομα
Επιπλέον, ο ασθενής μπορεί να παρατηρήσει αλλαγές κατά την ούρηση, όπως:
-
Αίμα στα ούρα (αιματουρία)
-
Θολά και δύσοσμα ούρα
-
Πόνος κατά την ούρηση
Ποια είναι τα αίτια που προκαλούν πυελονεφρίτιδα;
Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα μικρόβια που προκαλούν την πυελονεφρίτιδα είναι τα ίδια που προκαλούν τις απλές ουρολοιμώξεις (Ε. Coli, Klebsiella κ.ά.). Σπάνια, μπορεί άλλα μικρόβια, που συνήθως εντοπίζονται στο δέρμα, να αποικήσουν μέσω του αίματος τον νεφρό και να προκαλέσουν πυελονεφρίτιδα.
Υπάρχουν κάποιες καταστάσεις που αυξάνουν τον κίνδυνο να αναπτύξει κάποιος πυελονεφρίτιδα, όπως:
-
Παθήσεις που εμποδίζουν την ομαλή ροή των ούρων ή προκαλούν υπολειπόμενο ούρων. Οι πιο συχνές παθήσεις είναι η καλοήθης υπερπλασία του προστάτη, η λιθίαση του ουροποιητικού ή κάποια μάζα στην κοιλιά και στην πύελο.
-
Οι ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη, οι οποίοι είναι επιρρεπείς στην ανάπτυξη λοιμώξεων.
Πώς γίνεται η διάγνωση της πυελονεφρίτιδας;
Το ιστορικό και η κλινική εξέταση θα βοηθήσουν τον γιατρό να κάνει τη διάγνωση της πυλεονεφρίτιδας. Σημαντική είναι, επίσης, η αξιολόγηση της γενικής κατάστασης του ασθενούς (αρτηριακή πίεση, σφύξεις, ρίγος). Στη συνέχεια, ο γιατρός σας θα σας συστήσει κάποιες εργαστηριακές εξετάσεις, όπως:
-
Γενική και καλλιέργεια ούρων που θα αναδείξουν το μικρόβιο, το οποίο προκάλεσε την λοίμωξη
-
Γενική αίματος
-
Καλλιέργεια αίματος για τον αποκλεισμό επέκτασης της λοίμωξης στο αίμα
-
Υπερηχοτομογράφημα νεφρών, που μπορεί να αποκαλύψει αν υπάρχει παρεμπόδιση στη ροή των ούρων, λιθίαση του ουροποιητικού ή σχηματισμός αποστήματος.
-
Αξονική τομογραφία, η οποία δίνει παρόμοιες πληροφορίες με το υπερηχογράφημα αλλά με μεγαλύτερη λεπτομέρεια
Οι παραπάνω εξετάσεις, εκτός από τη συμβολή τους στη διάγνωση της πυελονεφρίτιδας, έχουν σημαντικό ρόλο και στην αποκάλυψη των αιτιών που την προκαλούν.
Ποια είναι η θεραπεία της πυελονεφρίτιδας;
Η πυελονεφρίτιδα είναι μία σοβαρή λοίμωξη. Για τη θεραπεία της, χρειάζεται πάντα να χορηγηθούν αντιβιοτικά, τουλάχιστον για 2 εβδομάδες. Ανάλογα με τη γενική κατάσταση του ασθενή, ο γιατρός θα κρίνει αν μπορούν να χορηγηθούν από το στόμα ή αν χρειαστεί νοσηλεία και ενδοφλέβια χορήγηση. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου, εκτός από τη χορήγηση των αντιβιοτικών, θα χρειαστεί και κάποια επεμβατική πράξη για την αντιμετώπιση του αιτίου. Πάντως, αυτή αποφεύγεται, όσο υπάρχει η ενεργός φλεγμονή.
Σε περίπτωση όπου υπάρχει κάποιο εμπόδιο (π.χ. λίθος στον ουρητήρα), ο γιατρός θα πρέπει να παρέμβει, ώστε να αποκαταστήσει την ομαλή αποχέτευση των ούρων από το νεφρό. Αυτό μπορεί να γίνει, αν τοποθετηθεί ένα σωληνάκι μέσω της κύστης που να φτάνει μέχρι το νεφρό (Pig-Tail). Το σωληνάκι μπορεί να εισαχθεί και διά μέσου του δέρματος μέσω μιας ειδική βελόνας (διαδερμική νεφροστομία).
Εξαιρετικά σπάνια, η κατάσταση του ασθενή μπορεί να επιβαρυνθεί πολύ (ανοσοκατασταλμένοι, σακχαροδιαβητικοί), ώστε να χρειαστεί υποστήριξη στη μονάδα εντατικής θεραπείας.
Τι είναι η χρόνια πυελονεφρίτιδα;
Είναι μία σπάνια πάθηση, η οποία συνήθως σχετίζεται με συγγενείς ανωμαλίες που συνυπάρχουν στα νεφρά. Εμφανίζεται από την παιδική ηλικία, και οι επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις έχουν ως αποτέλεσμα την προοδευτική βλάβη των νεφρών και τον σχηματισμό ουλών. Αν δεν υπάρξει σωστή αντιμετώπιση, η χρόνια πυελονεφρίτιδα μπορεί να προκαλέσει μέχρι και νεφρική ανεπάρκεια. Στο πλαίσιο της αντιμετώπισης, μπορεί ο γιατρός να χορηγήσει ειδικά αντιβιοτικά (χημειοπροφύλαξη) για μεγάλο χρονικό διάστημα (3-12 μήνες).
ΟΥΡΟΔΟΧΟΥ ΚΥΣΤΕΩΣ - ΚΥΣΤΙΤΙΔΑ
Με τον όρο κυστίτιδα χαρακτηρίζεται η φλεγμονή της ουροδόχου κύστης. Η κυστίτιδα αποτελεί το 90% των λοιμώξεων του ουροποιητικού συστήματος.
Η συνηθέστερη αιτία της κυστίτιδας είναι η βακτηριακή λοίμωξη. Πιο σπάνια οι κυστίτιδες οφείλονται σε μη φλεγμονώδη αίτια.
Τα συμπτώματα της κυστίτιδας μπορεί να είναι ιδιαίτερα ενοχλητικά για τις γυναίκες, να επηρεάζουν την ποιότητα ζωής τους και να τους προκαλούν άγχος.
Σπάνια η κυστίτιδα μπορεί να αποτελέσει απειλή για την υγεία της ασθενούς και να προκαλέσει βλάβη στους νεφρούς.
ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ
Η κυστίτιδα βακτηριακής αιτιολογίας οφείλεται κυρίως στην είσοδο μικροβίων μέσω της ουρήθρας στην ουροδόχο κύστη. Η γυναικεία ουρήθρα έχει μικρό μήκος με αποτέλεσμα να επιτρέπεται εύκολα στα μικρόβια από τον κόλπο και τον πρωκτό να εισέρχονται στην ουροδόχο κύστη.
Η σεξουαλική επαφή συχνά ενοχοποιείται ως αιτιολογικός παράγοντας υπεύθυνος για εμφάνιση κυστίτιδας λόγω της τριβής που υπάρχει κατά την διάρκεια του σεξ. Συχνά, η πρώτη φορά που υποφέρει μια γυναίκα από κυστίτιδα είναι μετά από σεξουαλική επαφή. Η χρήση μεθόδων αντισύλληψης όπως σπερματοκτόνα και διαφράγματα, αποτελούν επίσης συχνά αιτία κυστίτιδας.
Οι γυναίκες κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης εμφανίζουν συχνά κυστίτιδες λόγω ορμονικών αλλαγών.
Η εμμηνόπαυση συνοδεύεται από ελάττωση των οιστρογόνων που αποτελούν προστατευτικό παράγοντα από ουρολοιμώξεις με αποτέλεσμα οι γυναίκες να εκδηλώνουν πιο συχνά κυστίτιδα.
ΔΙΑΓΝΩΣΗ
Η διάγνωση θα στηριχθεί στα συμπτώματα και στα εργαστηριακά ευρήματα.
ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ
-
επιθυμία, έπειξη προς ούρηση
-
αίσθημα καύσου κατά την ούρηση (κυρίως στο τέλος)
-
συχνουρία με μικρές ποσότητες ούρων
-
δυσοσμία ούρων
-
αίμα στα ούρα (αιματουρία)
-
αίσθημα βάρους στη κάτω κοιλία και πόνος στην οσφύ κατά την ούρηση
Εργαστηριακά ευρήματα
-
γενική ούρων
-
καλλιέργεια ούρων και αντιβιόγραμμα
-
υπερηχογράφημα νεφρών – κύστεως
-
κυστεοσκόπηση, όταν υπαρχουν υποτροπιαζουσες κυστίτιδεςή οταν υπάρχει υποψία κακοήθειας
ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Η θεραπεία περιλαμβάνει χορήγηση αντιβιοτικής αγωγής για 3 έως 7 ημέρες. συνηθέστερα χορηγούμενα αντιβιοτικά είναι οι κεφαλοσπορίνες, οι κινολόνες, η τριμεθοπρίμη – σουλφομεθοξασόλη και η φωσφομυκίνη.
Τα αντιβιοτικά χορηγούνται ανάλογα με τον υπεύθυνο μικροοργανισμό που είναι συνήθως η e.coli. Πιο σπάνια το υπεύθυνο μικρόβιο είναι η klebsiella, ο εντερόκοκκος ή ο σταφυλόκοκκος.
Αν προσβληθεί ο νεφρός (πυελονεφρίτιδα), χορηγείται αντιβιοτική θεραπεία για 2 εβδομάδες.
Σε μετεμμηνοπαυσικές γυναίκες συστήνεται η ενδοκολπική χορήγηση οιστρογόνων.
Επίσης, συστήνεται στους ασθενείς η πόση ικανών ποσοτήτων υγρών και η τροποποίηση των καθημερινών συνηθειών με σκοπό την αποφυγή των υποτροπών.
ΠΡΟΛΗΨΗ
-
Λήψη άφθονων υγρών και κατανάλωση φρούτων και λαχανικών
-
Λήψη 2-3 ποτηριών νερού πριν τη σεξουαλική πράξη ώστε μετά το σεξ η γυναίκα να ουρεί.
-
Προφύλαξη στο σεξ κυρίως όταν ο σύντροφος αναφέρει συμπτώματα ουρολοίμωξης.
-
Μη αναβαλλόμενη ούρηση. Όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν πρέπει να ουρεί η γυναίκα που έχει επιθυμία ούρησης.
-
Συχνό πλύσιμο των γεννητικών οργάνων με φόρα από τον κόλπο προς τον πρωκτό και ποτέ αντίθετα.
-
Αν είναι εφικτό, μετά από κάθε κένωση συνίσταται πλύσιμο.
-
Αποφυγή μπάνιου σε πισίνα όπου δεν τηρούνται οι κανόνες πρόληψης των λοιμώξεων.
-
Αλλαγή ρούχων μετά από έντονη εφίδρωση.
-
Εσώρουχα βαμβακερά και όχι συνθετικά που ενισχύουν την εφίδρωση.
ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΟΣΤΑΤΙΤΙΔΑ
Τί είναι;
Ο όρος χρόνια προστατίτιδα περικλείει μια πλειάδα κλινικών συνδρόμων που οφείλονται σε φλεγμονή του προστάτη αδένα αλλά και σε δυσλειτουργικά φαινόμενα των παρακείμενων ανατομικών σχηματισμών που συγκροτούν το πυελικό έδαφος. Οι σχηματισμοί αυτοί είναι μυοσκελετικές δομές (μυς, περιτονίες), αγγεία και νεύρα που έρχονται σε στενή επαφή με τον προστάτη.
Πώς εκδηλώνεται;
Η κατάσταση αυτή μπορεί να εκδηλωθεί με ποικίλους τρόπους. Σε πολλούς ασθενείς παρουσιάζεται σταδιακά συχνουρία, αίσθημα ατελούς αδειάσματος της κύστης, κάψιμο ή φαγούρα στην ουρήθρα, δυσχέρεια στην ούρηση, ακαθόριστος πόνος στην κατώτερη κοιλιά, τους όρχεις, το περίνεο, την εσωτερική πλευρά των μηρών ή και τη ράχη. Σε ορισμένους ασθενείς ενόχληση ή πόνος κατά την εκσπερμάτιση, αίμα στο σπέρμα (αιμοσπερμία), δυσάρεστη οσμή, αλλοιωμένο χρώμα ή κροκυδώσεις του σπέρματος (εικόνα “ζελέ”), πρόωρη εκσπερμάτιση ή και στυτική δυσλειτουργία με ή χωρίς συμπτώματα ούρησης.
Σημειώνεται ότι σε ένα σημαντικό ποσοστό των ασθενών τα συμπτώματα είναι πολύ ελαφρά έως ανύπαρκτα. Εδώ η ανακάλυψη της νόσου πιθανόν να είναι τυχαία στα πλαίσια διερεύνησης που διενεργείται για άλλους λόγους π.χ. λόγω υπογονιμότητας.
Πού οφείλεται;
Πιστεύουμε ότι η εγκατάσταση στον προστάτη μικροβιακών στελεχών πυροδοτεί τη φλεγμονή, η οποία κάποιες φορές εξελίσσεται με ήπιο τρόπο και μεταπίπτει σε χρόνια κατάσταση. Τα μικρόβια συνήθως είναι είτε εντερικής προέλευσης (κολοβακτηρίδιο, εντερόκοκκος, πρωτέας, κλεμπσιέλλα), είτε μη ειδικά (χλαμύδια, μυκόπλασμα, ουρεάπλασμα) και μέσω της ουρήθρας εγκαθίστανται και αναπτύσσονται μέσα στα προστατικά αδένια, όπου προκαλούν εστιακή φλεγμονή. Μέσω της δημιουργίας βιομεμβρανών που επικαλύπτουν τις αποικίες τους και λόγω της ύπαρξης του αιμοπροστατικού φραγμού, που δυσχεραίνει τη διάχυση αντιβιοτικών μέσα στα αδένια, αυτό τα μικρόβια προστατεύονται. Εκεί είναι δύσκολο να προσβληθούν από τους ανοσιακούς μηχανισμούς και έτσι αναπτύσσονται με έναν λανθάνοντα τρόπο.
Η μετέπειτα εξέλιξη των συμπτωμάτων δεν συνοδεύεται απαραίτητα από ανίχνευση μικροβίων στα ούρα, το προστατικό υγρό ή το σπέρμα. Τα συμπτώματα σε μεγάλο βαθμό οφείλονται στην προσβολή και δυσλειτουργία των μυών, αγγείων και νεύρων που βρίσκονται γύρω από τον προστάτη και σε στενότατη επαφή με αυτόν.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διάγνωση του συνδρόμου του χρόνιου πυελικού άλγους γίνεται με τη βοήθεια του ιστορικού του ασθενή, την κλινική εξέταση, τον απεικονιστικό και εργαστηριακό έλεγχο. Ο κλινικός έλεγχος περιλαμβάνει τη δακτυλική εξέταση του προστάτη από το ορθό, η οποία προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για την κατάσταση του προστάτη. Από τις απεικονιστικές εξετάσεις το υπερηχογράφημα, ιδίως από το ορθό (διορθικό υπερηχογράφημα), δίνει στο γιατρό λεπτομερή απεικόνιση της ανατομικής υφής του προστάτη και των σπερματοδόχων κύστεων, που βρίσκονται πάνω και πίσω από τον προστάτη. Πολύ συχνά ο προστάτης παρουσιάζει ανομοιογενή εικόνα με επασβεστώσεις (προστατόλιθους), αυξημένο μέγεθος (οίδημα) και διόγκωση των σπερματοδόχων κύστεων. Τα ευρήματα αυτά είναι μη ειδικά, που σημαίνει ότι μπορεί να τα συναντήσουμε και σε άλλες παθολογικές καταστάσεις (π.χ. υπερπλασία, καρκίνος). Το έγχρωμο διορθικό υπερηχογράφημα (triplex) μπορεί ακόμη να δείξει την αγγείωση του προστάτη που έχει σημασία για τη διαφορική διάγνωση των υπερηχογραφικών αλλοιώσεων.
Ο ουροροομετρικός και ενίοτε ο ουροδυναμικός έλεγχος έχουν επίσης θέση στη διάγνωση του χρόνιου πυελικού άλγους. Αυτό διότι, όπως προαναφέρθηκε, οι άνδρες με χρόνια προστατίτιδα μπορεί να εμφανίζουν δυσχέρεια ούρησης (αποφρακτική ούρηση). Πιστεύουμε ότι αυτή η απόφραξη δεν είναι ανατομική, αλλά λειτουργική λόγω σπασμού και αδυναμίας χαλάρωσης των πυελικών δομών γύρω από τον προστάτη (δυσυνεργική ούρηση). Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι δεν είναι λίγες οι νευρολογικές παθήσεις που μπορεί να εκδηλωθούν με συμπτώματα ούρησης (π.χ. πολλαπλή σκλήρυνση, παθήσεις της σπονδυλικής στήλης, νόσος Parkinson κ.α.).
Η ουρηθροσκόπηση και κυστεοσκόπηση συνήθως δεν απαιτούνται, παρά μόνον εκεί που ο γιατρός υποψιάζεται ανατομικά προβλήματα και θέλει να τα αναδείξει. Τέτοια προβλήματα είναι οι βαλβίδες και τα στενώματα της ουρήθρας και ο υπερτροφικός ή σκληρυντικός αυχένας της ουροδόχου κύστης. Στις περιπτώσεις αυτές ο γιατρός μπορεί να ζητήσει επίσης την εκτέλεση ειδικών ακτινολογικών εξετάσεων, όπως η ανιούσα ουρηθροκυστεογραφία, η κυστεοουρηθρογραφία κατά την ούρηση και η υπερηχο-ουρηθρογραφία.
Στους ασθενείς με οργασμική ή στυτική δυσλειτουργία μπορεί να ζητηθούν επιπλέον εξετάσεις όπως καταγραφή των νυκτερινών στύσεων ή έγχρωμο υπερηχογράφημα πέους σε ηρεμία και στύση.
Πώς θεραπεύεται;
Η αντιμετώπιση του χρόνιου πυελικού άλγους είναι εφικτή, έχοντας όμως κατά νου ορισμένες γενικές παραδοχές:
α) δεδομένου ότι οι ακριβείς αιτιοπαθογενετικοί μηχανισμοί όλων των μορφών της νόσου δεν είναι εντελώς γνωστοί, δεν υπάρχει μία και μοναδική αιτιολογική θεραπεία για όλες τις περιπτώσεις,
β) η θεραπεία είναι συνήθως μακροχρόνια,
γ) υπάρχει πάντοτε η πιθανότητα επανεμφάνισης ενοχλήσεων (υποτροπή) σε μη προβλεπτό χρόνο,
δ) οι ενδεχόμενες ψυχικές διαταραχές των ασθενών (άγχος, κατάθλιψη, φοβίες) θα πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και να αντιμετωπίζονται σε συνεργασία με γιατρούς της αντίστοιχης ειδικότητας (π.χ. ψυχίατροι).
Σε όλους τους ασθενείς αρχικά χορηγείται αντιβίωση ευρέως φάσματος για διάστημα 3 εβδομάδων με δυνατότητα παράτασης έως και 3 μήνες ανάλογα με το θεραπευτικό αποτέλεσμα. Συνήθως ο γιατρός επιλέγει τις λεγόμενες κινολόνες νεώτερης γενιάς (σιπροφλοξασίνη, οφλοξασίνη, λεβοφλοξασίνη κ.α.). Οι κινολόνες διαπερνούν τον αιμοπροστατικό φραγμό και δημιουργούν ικανοποιητικές θεραπευτικές συγκεντρώσεις μέσα στα προστατικά αδένια. Στην περίπτωση που ανιχνεύονται μη ειδικά μικρόβια (χλαμύδια, μυκόπλασμα, ουρεάπλασμα) ο γιατρός μπορεί να συγχορηγήσει και μακρολίδες (κλαριθρομυκίνη, αζιθρομυκίνη, ροξιθρομυκίνη κ.α.) προκειμένου να επιτύχει πλήρη εκρίζωση των μικροβίων από το προστατικό υγρό.
Άλλα φάρμακα που μπορεί να χορηγηθούν είναι τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη και τα μυοχαλαρωτικά, ιδίως στις περιπτώσεις όπου κυριαρχεί το στοιχείο του πόνου και του σπασμού του πυελικού εδάφους. Σε έντονη υποκυστική απόφραξη ο γιατρός χορηγεί και φάρμακα που βελτιώνουν τη ροή των ούρων, τους λεγόμενους α-αδρενεργικούς αποκλειστές (αλφουζοσίνη, ταμσουλοσίνη κ.α.). Βοηθητικά επίσης λειτουργούν ορισμένα φυτικά εκχυλίσματα καθώς και αντιοξειδωτικές ουσίες (καρνιτίνη).
Στους άνδρες με χρόνιο πυελικό άλγος γενικά συνιστάται η λήψη άφθονων υγρών (κυρίως νερού και σόδας), αποχή από το αλκοόλ, αποφυγή κατανάλωσης καυτερών και ερεθιστικών τροφών (τσίλι, ταμπάσκο, μπούκοβο, πιπεριά κλπ), η θέρμανση του περινέου με θερμά λουτρά (εδρεόλουτρα) ή θερμοφόρα, καθώς επίσης και η τακτική εκσπερμάτιση χωρίς παρατεταμένη διέγερση. Η χρήση προφυλακτικού κατά τη σεξουαλική επαφή είναι ενδεδειγμένη, καθώς απομακρύνει τον κίνδυνο επαφής με νέα μικροβιακά στελέχη κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Πρέπει να σημειωθεί ότι μολονότι δεν πρόκειται για σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα, σε περίπτωση ενοχλήσεων της σεξουαλικής συντρόφου καλόν θα ήταν να γίνει έλεγχος αυτής από το γυναικολόγο.
ΟΞΕΙΑ ΠΡΟΣΤΑΤΙΤΙΔΑ
Τι είναι η οξεία προστατίτιδα;
Η οξεία προστατίτιδα εντοπίζεται όταν ο αδένας του προστάτη εμφανίζει ξαφνικά φλεγμονή. Ο αδένας του προστάτη είναι ένα μικρό όργανο σε σχήμα κάστανου που βρίσκεται στη βάση της ουροδόχου κύστης στους άνδρες. Εκκρίνει το υγρό που τρέφει τα σπερματοζωάρια.
Η οξεία προστατίτιδα προκαλείται συνήθως από τα ίδια βακτήρια που προκαλούν λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος (UTI) ή σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα (STDs).
Ποια είναι τα συμπτώματα της οξείας προστατίτιδας;
-
ρίγος
-
πυρετό
-
πυελικό άλγος
-
επώδυνη ούρηση
-
αίμα στα ούρα σας
-
άσχημη μυρωδιά ούρων
-
δυσκολία στην κένωση της ουροδόχου κύστης
-
δυσκολία στην έναρξη της ούρησης
-
αυξημένη συχνότητα ούρησης
-
επώδυνη εκσπερμάτωση
-
αίμα στο σπέρμα σας
-
δυσφορία κατά τη διάρκεια των κινήσεων του εντέρου
-
πόνο πάνω από την ηβική σύμφυση
-
πόνο στα γεννητικά όργανα, τους όρχεις ή το ορθό
Τι προκαλεί την οξεία προστατίτιδα;
Οποιοδήποτε βακτήριο που προκαλεί UTIs μπορεί να προκαλέσει οξεία προστατίτιδα. Τα βακτήρια που συνήθως προκαλούν UTIs και προστατίτιδα περιλαμβάνουν:
-
Proteus
-
Klebsiella
-
Escherichia coli
Μερικά βακτήρια που προκαλούν STD, όπως τα χλαμύδια και η γονόρροια, μπορούν επίσης να προκαλέσουν οξεία βακτηριακή προστατίτιδα. Άλλες καταστάσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε οξεία βακτηριακή προστατίτιδα περιλαμβάνουν:
-
Ουρηθρίτιδα ή φλεγμονή της ουρήθρας σας.
-
Επιδιδυμίτιδα ή φλεγμονή της επιδιδυμίδας σας.
-
Τραυματισμό του περινέου σας, που είναι η περιοχή μεταξύ του ορχέου και του ορθού σας.
-
Απόφραξη της εξόδου της ουροδόχου κύστης, η οποία μπορεί να εμφανιστεί εξαιτίας ενός μεγέθους προστάτη ή πέτρας στην ουροδόχο κύστη.
-
Καθετήρες ούρων ή κυστεοσκόπηση.
Ποιος κινδυνεύει από οξεία προστατίτιδα;
Παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο για UTI, STD και ουρηθρίτιδα αυξάνουν επίσης τον κίνδυνο οξείας προστατίτιδας.
-
μειωμένη κατανάλωση υγρών
-
χρήση ουροκαθετήρα,
-
πολλοί σεξουαλικούς συντρόφους,
-
πρωκτική επαφή χωρίς προφυλακτικό
Πώς γίνεται η διάγνωση της οξείας προστατίτιδας;
Ο γιατρός σας πιθανότατα θα ξεκινήσει θέτοντας ερωτήσεις σχετικά με το ιατρικό σας ιστορικό. Θα διενεργήσει επίσης μια φυσική εξέταση.
Μπορεί επίσης να διεξάγει ή να ζητήσει πρόσθετες εξετάσεις, όπως:
-
Μια καλλιέργεια αίματος για να αποκλείσει τα βακτήρια στο αίμα σας.
-
Μια ανάλυση ούρων ή μια καλλιέργεια ούρων για να ελέγξει τα ούρα σας για αίμα, λευκά κύτταρα ή βακτήρια.
-
Ένα ουρηθρικό επίχρισμα για εξέταση για γονόρροια ή χλαμύδια.
-
Ουροδυναμικές εξετάσεις για να μάθει αν έχετε προβλήματα με την εκκένωση της ουροδόχου κύστης.
-
Μια κυστεοσκόπηση για να εξετάσει το εσωτερικό της ουρήθρας και της ουροδόχου κύστης για σημεία λοίμωξης.
Πώς θεραπεύεται η οξεία προστατίτιδα;
Ο γιατρός σας πιθανόν να συνταγογραφήσει αντιβιοτικά για τέσσερις έως έξι εβδομάδες για τη θεραπεία οξείας βακτηριακής προστατίτιδας. Η θεραπεία σας μπορεί να διαρκέσει περισσότερο εάν έχετε επαναλαμβανόμενα επεισόδια. Ο συγκεκριμένος τύπος αντιβιοτικού θα εξαρτηθεί από τα βακτηρίδια που προκαλούν την πάθησή σας.
Ο γιατρός σας μπορεί επίσης να συνταγογραφήσει άλφα-αναστολείς και αναλγητικά για να βοηθήσει στην ανακούφιση των συμπτωμάτων.
Ο γιατρός σας μπορεί να σας συμβουλεύσει να προσαρμόσετε τις καθημερινές σας συνήθειες για να βοηθήσετε στην ανακούφιση των συμπτωμάτων,όπως αποφυγή ποδηλασίας αλκοόλ, καφεΐνης και τροφίμων που είναι πικάντικα και όξινα.
ΟΡΧΕΩΣ - ΟΡΧΕΟΕΠΙΔΙΔΥΜΙΤΙΔΑ
Τί είναι;
Η φλεγμονή της επιδιδυμίδας, ενός οργάνου σαν “σκουλήκι”, που εντοπίζεται πίσω από τον όρχι. Επειδή τις περισσότερες φορές φλεγμαίνει και ο όρχις συνήθως η κατάσταση περιγράφεται ως επιδιδυμο-ορχίτιδα.
Πώς εκδηλώνεται;
Έντονος πόνος και πρήξιμο στην περιοχή του όρχη είναι οι κλασσικές εκδηλώσεις της επιδιδυμίτιδας. Συνήθως υπάρχει πυρετός και αίσθημα κακουχίας, καθώς επίσης και κάψιμο στην ούρηση ή συχνουρία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ασθενής βρίσκει ανακούφιση από τον πόνο ανασηκώνοντας τους όρχεις (σημείο Prehn)
Πού οφείλεται;
Η φλεγμονή είναι κατά κύριο λόγο μικροβιακής αιτιολογίας. Κυρίως ευθύνονται κοινά παθογόνα (κολοβακτηρίδιο, εντερόκοκκος, κλεμπσιέλλα κ.α.), αλλά και μη ειδικά (χλαμύδια, ουρεάπλασμα, μυκόπλασμα) κυρίως σε νεαρά άτομα. Τα μικρόβια φθάνουν στην επιδιδυμίδα από τον προστάτη και την ουρήθρα διαμέσου του σπερματικού πόρου. Πρέπει να αναφέρουμε ότι πολύ σπάνια η επιδιδυμίδα μπορεί να προσβληθεί από το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διάγνωση είναι συνήθως προφανής με την κλινική εξέταση. Το όσχεο μπορεί να εμφανίζει και υδροκήλη, λόγω συλλογής εξιδρωματικού υγρού φλεγμονώδους αιτιολογίας. Ο ασθενής δύσκολα ανέχεται την ψηλάφηση. Το υπερηχογράφημα του οσχέου βοηθά ιδιαίτερα, διότι επιβεβαιώνει τα κλινικά ευρήματα και παράλληλα παρέχει πληροφορίες για την ανατομική δομή του όρχη.
Είναι σημαντικό ο Ουρολόγος να διευκρινίζει σωστά την αιτία του ορχικού πόνου. Η συστροφή του όρχη, δηλαδή το στρίψιμο αυτού, μπορεί να εκδηλωθεί με παρόμοια συμπτώματα. Πρόκειται για επείγουσα κατάσταση, διότι η ισχαιμία που προκαλείται στον όρχη μπορεί να προκαλέσει απώλεια του οργάνου. Τα σημαντικά διαφοροδιαγνωστικά στοιχεία είναι η έλλειψη πρηξίματος και η μη ανίχνευση αιμάτωσης στο έγχρωμο υπερηχογράφημα του οσχέου (triplex).
Πώς θεραπεύεται;
Η θεραπεία περιλαμβάνει αντιβίωση ευρέως φάσματος (συνήθως φθοριοκινολόνες) για διάστημα τουλάχιστον 2 εβδομάδων σε συνδυασμό με αντιφλεγμονώδη. Η αποφυγή παρατεταμένης ορθοστασίας, η χρήση αναρτήρα του οσχέου (σπασουάρ), καθώς και τα ψυχρά επιθέματα (κομπρέσες) βοηθούν την ταχύτερη ανακούφιση της κατάστασης
Ορισμένες φορές όπου υπάρχουν έντονα συμπτώματα και υψηλός πυρετός μπορεί ο ασθενής να χρειαστεί νοσηλεία λίγων ημερών προκειμένου να λάβει ενδοφλέβια αντιβίωση.
ΟΥΡΗΘΡΑ - ΟΥΡΗΘΡΙΤΙΔΑ
Ουρηθρίτιδα (γονοκοκκική και μη-γονοκοκκική)
Ουρηθρίτιδα είναι η οξεία φλεγμονή της ουρήθρας, η οποία όταν προκαλείται από γονόκοκκο χαρακτηρίζεται ως γονοκοκκική, ενώ όταν υπεισέρχονται άλλοι αιτιολογικοί παράγοντες ως μη-γονοκοκκική. Είναι ένα απο τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα.
Εμφανίζεται ως έκκριμα από την ουρήθρα το οποίο είναι πυώδες ή λευκό αλλά αρκετά δύσοσμο και συνήθως εμφανίζεται 24-48h μετά από σεξουαλική επαφή.
Η διάγνωση θα στηριχθεί στην καλλιέργεια ουρηθρικού εκκρίματος και η χρώση κατά Gram θα διαγνώσει αν πρόκειται για γονόκοκκο ή όχι (σε γονοκοκκική ουρηθρίτιδα ανευρίσκονται Gram-κόκκοι, N. gonorrheae).
Η παραπάνω εξέταση θα πρέπει να συνοδεύεται πάντα από γενική ούρων και καλλιέργεια ούρων για έλεγχο πιθανής συνυπάρχουσας λοίμωξης.
Η γονοκοκκική ουρηθρίτιδα αντιμετωπίζεται με τετρακυκλίνη, σιπροφλοξασίνη ή δοξυκυκλίνη, ενώ η μη-γονοκοκκική με τα ίδια φάρμακα για περισσότερες ημέρες.
