ΛΙΘΙΑΣΗ
Τί είναι;
Η δημιουργία λίθων σε οποιοδήποτε σημείο του ουροποιητικού συστήματος, δηλαδή τους νεφρούς, τους ουρητήρες ή την ουροδόχο κύστη.

Πώς εκδηλώνεται;
Το κυρίαρχο και προφανέστερο σύμπτωμα της ουρολιθίασης είναι ο κωλικός του νεφρού. Πρόκειται για τον ισχυρότερο πόνο που μπορεί να βιώσει ο άνθρωπος. Η έναρξή του είναι ξαφνική και η εντόπισή του στη γωνία μεταξύ κατωτέρων πλευρών και σπονδυλικής στήλης (πλευροσφυϊκή χώρα). Ο πόνος μπορεί να αντανακλά προς το πλάγιο μέρος της κοιλιάς ή προς τα γεννητικά όργανα. Η ένταση του δεν είναι σταθερή και τυπικά συνοδεύεται από ναυτία και μετεωρισμό. Τα ούρα μπορεί να εμφανίζουν αίμα.
Οι λίθοι που δεν προκαλούν απόφραξη προκαλούν ένα αίσθημα βύθιου πόνου ή βάρους. Μπορεί να προκαλέσουν υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις ή και ουροσήψη. Επίσης μπορεί να προκαλούν επόμενη μικροσκοπική ή μακροσκοπική αιματουρία, καθώς και συχνουρία ή δυσκολία στην ούρηση εφόσον εντοπίζονται στο κατώτερο ουροποιητικό σύστημα.
Πού οφείλεται;
Το αίτιο της δημιουργίας ουρολίθων δεν είναι ακριβώς γνωστό. Πιστεύουμε ότι ο υπερκορεσμός των ούρων από ιόντα ασβεστίου υπό μορφή διαφόρων ενώσεων (οξαλικών, φωσφορικών, αμμωνιακών) είναι μια βασική αιτία. Η υπερέκκριση ασβεστίου που παρατηρείται σε καταστάσεις όπως ο υπερπαραθυρεοειδισμός συμβάλλουν σε αυτό το φαινόμενο. Επίσης ο υπερκορεσμός των ούρων με ουρικό οξύ, κυστίνη ή ξανθίνη μπορεί να δώσει γένεση σε αντίστοιχους λίθους. Έχει ακόμη ενοχοποιηθεί η έλλειψη κιτρικού οξέος από τα ούρα, μιας ουσίας που προστατεύει από την κρυστάλλωση αλάτων ασβεστίου.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διάγνωση βασίζεται καταρχήν στο ιστορικό του ασθενή και στον απεικονιστικό έλεγχο. Σήμερα οι υπέρηχοι αποτελούν εξέταση πρώτης γραμμής που δίνει μια αδρή εικόνα του ουροποιητικού. Λεπτομερέστερη απεικόνιση παρέχεται από την ενδοφλέβια πυελογραφία και κυρίως την αξονική τομογραφία.
Ο έλεγχος της ουρίας και της κρεατινίνης καθώς και των ούρων θεωρείται απαραίτητος.
Πώς θεραπεύεται;
Μεγάλο ποσοστό των ουρολίθων αποβάλλονται με την ούρηση. Η ταχύτητα αποβολής ποικίλλει από άτομο σε άτομο και επηρεάζεται από τον όγκο των αποβαλλόμενων ούρων. Ορισμένες φαρμακευτικές ουσίες (αλφουζοσίνη, ταμσουλοζίνη), που χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση της υπερπλασίας του προστάτη, έχει βρεθεί πως μπορούν να επισπεύσουν την αποβολή των λίθων του ουρητήρα.
Μόνο οι ουρόλιθοι που δεν αποβάλλονται μας απασχολούν. Ως τέτοιοι θεωρούνται λίθοι μεγαλύτεροι από 8 χιλιοστά. Λίθοι του νεφρού μεγαλύτεροι από 1 εκατοστό είναι υποψήφιοι για θραύση με τη βοήθεια της εξωσωματικής λιθοθρυψίας. Ο ασθενής χωρίς αναισθησία δέχεται την επίδραση εστιασμένων στο λίθο ωστικών κυμάτων που παράγονται από ειδική συσκευή. Τα θραύσματα αποβάλλονται με την ούρηση σε χρονικό διάστημα που μπορεί να ανέλθει σε 3 μήνες.
Λίθοι του ουρητήρα συνήθως αφαιρούνται ή θρυμματίζονται με ενδοσκοπικές μεθόδους (ουρητηροσκόπηση) και χρήση ενδοσκοπικών λιθοθρυπτών (υπέρηχοι, βαλλιστικοί, laser). Το ίδιο ισχύει και για τους λίθους της κύστης. Αν ένας λίθος προκαλεί απόφραξη του ουροποιητικού μπορεί να προηγηθεί η τοποθέτηση ενός ουρητηρικού καθετήρα ή μιας διαδερμικής νεφροστομίας, ώστε να λυθεί η απόφραξη και να επακολουθήσει με ασφάλεια η θεραπεία.
Αν το μέγεθος των νεφρικών λίθων είναι πάνω από 2 εκατοστά συνήθως επιλέγεται η διαδερμική αφαίρεση ή θραύση των λίθων. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση ο Ουρολόγος μπορεί να επιλέξει την ανοικτή χειρουργική αφαίρεση.
ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΟΥΡΟΔΟΧΟΥ ΚΥΣΤΕΩΣ - ΘΗΛΩΜΑΤΑ
Τί είναι;
Το δεύτερο συχνότερο νεόπλασμα του ουροποιογεννητικού συστήματος, μετά τον καρκίνο του προστάτη. Ο πιο συχνός ιστολογικός τύπος είναι το καρκίνωμα από μεταβατικό επιθήλιο (transitional cell carcinoma, TCC). Σε ποσοστό περίπου 75% ο πρωτοεμφανιζόμενος καρκίνος είναι καθαρά επιφανειακός, αλλά υποτροπιάζει συχνά. Στο 25% ο καρκίνος επεκτείνεται βαθύτερα προς τον εξωστήρα μυ της κύστης και καλείται (μυο)διηθητικός.

Πώς εκδηλώνεται;
Η αιματουρία, μικροσκοπική ή μακροσκοπική, είναι το κυρίαρχο σύμπτωμα της νόσου. Τυπικά, η αιματουρία είναι ορατή με γυμνό μάτι (μακροσκοπική), δε συνοδεύεται από πόνο (ανώδυνη), καθ όλη τη διάρκεια της ούρησης (ολική) και εμφανιζόμενη κατά διαστήματα (διαλείπουσα). Επειδή ακριβώς η εμφάνιση αίματος στα ούρα θορυβεί τον ασθενή, η διάγνωση συνήθως γίνεται έγκαιρα. Ανεξήγητη απώλεια βάρους, αναιμία, ουραιμία, πόνος στη σπονδυλική στήλη ή οιδήματα των σκελών είναι συμπτώματα που σχετίζονται με προχωρημένη ή μεταστατική νόσο.
Πού οφείλεται;
Η ακριβής αιτιολογία της νόσου δεν μας είναι γνωστή. Το κάπνισμα είναι σημαντικός προδιαθεσικός παράγοντας, που αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου κατά 4 φορές περίπου.

Ιδιαίτερο κίνδυνο εμφανίζουν τα άτομα με ανεπάρκεια του ενζύμου Ν-ακετυλο-τρανσφεράση της γλουταθειόνης, διότι δεν μπορούν να μεταβολίσουν τα τοξικά παράγωγα του καπνού (βενζολικές, φαινολικές ενώσεις) που δρουν τοξικά στο τοίχωμα της κύστης. Επίσης η επαγγελματική έκθεση σε καρκινογόνες ουσίες (π.χ. χρωστικές παράγωγα της ανιλίνης), η εργασία στη βιομηχανία ελαστικών και σε βυρσοδεψεία, η κατάχρηση αναλγητικών, καφέ και τεχνητών γλυκαντικών, οι χρόνιες κυστίτιδες, η ακτινοβολίες στην πύελο και η χημειοθεραπεία με κυκλοφωσφαμίδη προδιαθέτουν στην ανάπτυξη καρκίνου της ουροδόχου κύστης.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Ο Ουρολόγος θέτει τη διάγνωση με την εκτέλεση ουρηθροκυστεοσκόπησης. Με τη βοήθεια άκαμπτου ή εύκαμπτου ενδοσκοπίου γίνεται επισκόπηση της ουρήθρας και της κύστης, οπότε και οπτικοποιούνται οι βλάβες. Ο ενδοσκοπικός έλεγχος συνοδεύεται και από απεικονιστικό έλεγχο, όπως υπερηχογράφημα συνδυαζόμενο με ενδοφλέβια πυελογραφία ή αξονική τομογραφία.
Στους επιφανειακούς όγκους ο ασθενής συνεχίζει να παρακολουθείται μετά την διουρηθρική αφαίρεση με κυστεοσκόπηση και κυτταρολογική εξέταση των ούρων κάθε 3 μήνες για τον πρώτο χρόνο. Ωστόσο, αν υπάρχει υψηλός βαθμός κακοήθειας του όγκου ο oυρολόγος μπορεί να ζητήσει να γίνει και δεύτερη διουρηθρική βιοψία μέσα σε 1 μήνα από την αρχική επέμβαση.
Πώς θεραπεύεται;
Όταν ο όγκος είναι επιφανειακός η θεραπεία εκλογής είναι η διουρηθρική αφαίρεση αυτού, που συνήθως συνοδεύεται από έγχυση ενός χημειοθεραπευτικού παράγοντα μέσα στην κύστη (μιτομυκίνη, επιρουβικίνη, δοξορουβικίνη). Τα ιστολογικά χαρακτηριστικά του όγκου και το ιστορικό του ασθενή θα καθορίσουν αν θα χρειαστεί και επικουρική θεραπεία, με ενδοκυστική έγχυση ουσιών που βοηθούν την αποφυγή υποτροπών και εξέλιξης της νόσου (BCG, χημειοθεραπευτικά).

Σε περίπτωση που ο όγκος είναι (μυο)διηθητικός ο ασθενής χρειάζεται διαφορετική αντιμετώπιση. Αν η ηλικία του είναι μικρότερη των 75 ετών και βρίσκεται σε καλή γενική κατάσταση μπορεί να υποβληθεί σε ολική αφαίρεση κύστεως καιπροστάτη αν είναι άνδρας, μήτρα και εξαρτήματα αν είναι γυναίκα) σε συνδυασμό με εκτροπή των ούρων. Η εκτροπή μπορεί να γίνει στο δέρμα (ουρητηρο-ειλεοδερμοστομία), στο παχύ έντερο (ουρητροσιγμοειδοστομία) ή σε μία σφαιρική νεο-κύστη από έντερο που τοποθετείται στη θέση της αφαιρεθείσας (ορθότοπη ειλεονεοκύστη). Αν ο ασθενής δεν δύναται ή δεν επιθυμεί να χειρουργηθεί του προτείνεται συνδυασμός εξωτερικής ακτινοθεραπείας στην ελάσσονα πύελο σε συνδυασμό με ενδοφλέβια χημειοθεραπεία. Αν η νόσος είναι μεταστατική τότε ο ασθενής υποβάλλεται σε συστηματική χημειοθεραπεία και χειρισμούς που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση των μεταστατικών εστιών και επιπλοκών. Επίσης σε κάποιες περιπτώσεις συνιστάται και ακτινοθεραπεία-ακτινοβολία.
