ΑΚΡΑΤΕΙΑ
Τί είναι;
Η απώλεια ούρων και διαβροχή χωρίς τη θέλησή μας σε τόπο και χρόνο μη επιθυμητό.
Πώς εκδηλώνεται;
Όταν η απώλεια ούρων εκδηλώνεται μετά από σήκωμα βάρους, βήχα, γέλιο, χορό λέγεται ακράτεια από προσπάθεια (stress incontinence) και είναι η συχνότερη μορφή ακράτειας. Όταν η ακράτεια εκδηλώνεται μετά από αιφνίδιο, ισχυρό και μη αναστελλόμενο αίσθημα ούρησης λέγεται ακράτεια από έπειξη (urge incontinence) και μπορεί να συνυπάρχει με ακράτεια από προσπάθεια (μικτή ακράτεια). Συνεχής απώλεια ούρων χωρίς καμία εγκράτεια λέγεται ολική ακράτεια. Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί η απώλεια ούρων και η διαβροχή του ατόμου να γίνεται από άλλα όργανα που έχουν αναπτύξει παθολογική επικοινωνία με το ουροποιητικό σύστημα (π.χ. κυστεοκολπικό συρίγγιο μετά από υστερεκτομή).
Πού οφείλεται;
Η ακράτεια από προσπάθεια οφείλεται σε δυσλειτουργία του σφιγκτηριακού μηχανισμού εξαιτίας απώλειας της ανατομικής υποστήριξης της ουρήθρας που οδηγεί σε υπερκινητικότητα αυτής. Η χαλάρωση των συνδέσμων που συγκρατούν τα πυελικά όργανα λόγω της ηλικίας είναι η κυριότερη αιτία. Η ακράτεια από έπειξη δεν είναι γνωστό που οφείλεται (ιδιοπαθής) με εξαίρεση τις περιπτώσεις εκείνες όπου υπάρχει νευρολογικό υπόστρωμα (αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, πολλαπλή σκλήρυνση κ.α.).
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διάγνωση της ακράτειας από προσπάθεια γίνεται σχετικά εύκολα από το ιστορικό της ασθενούς και την κλινική εξέταση, όπου ο ουρολόγος μπορεί να παρατηρήσει την απώλεια των ούρων κατά την αλλαγή θέσης ή το βήχα και να κατανοήσει τη βαρύτητα του προβλήματος. Η εκτέλεση ουροδυναμικού ελέγχου δεν είναι απαραίτητη, παρά μόνο σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου αποφασίζεται χερουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Η ακράτεια από έπειξη διαγιγνώσκεται με τη βοήθεια του ιστορικού του ασθενή, ενός γραπτού ημερολογίου καταγραφής των ουρήσεων (διάγραμμα ούρησης), αλλά και την εκτέλεση ουροδυναμικού ελέγχου. Το ίδιο ισχύει και για τη μικτή ακράτεια.
Η ολική ακράτεια διαπιστώνεται από το ιστορικό του ασθενή και την πλήρη αδυναμία συγκράτησης των ούρων. Ο ουροδυναμικός έλεγχος είναι απαραίτητος πριν από οποιαδήποτε προγραμματιζόμενη χειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Η ακράτεια από υπερπλήρωση διαφέρει, διότι το ιστορικό του ασθενή μπορεί να παραπλανήσει τον ιατρό. Σημαντικός είναι ο έλεγχος του υπολείμματος των ούρων μετά την ούρηση, όπου βλέπουμε την παραμονή πολύ μεγάλης ποσότητας (χρόνια επίσχεση των ούρων) αλλά και διάτασης του ανώτερου ουροποιητικού συστήματος λόγω αύξησης της υδροστατικής πίεσης των ούρων (υδρονέφρωση, απφρακτική ουροπάθεια).
Πώς θεραπεύεται;
Η ακράτεια ούρων από προσπάθεια μπορεί σήμερα να αντιμετωπιστεί με επιτυχία. Όταν είναι ελαφρά ή ήπια συνήθως συμβουλεύουμε φυσιοθεραπεία, με σκοπό την ενδυνάμωση του πυελικού εδάφους, αλλαγή των συνηθειών ούρησης και ενίοτε χορηγούμε φαρμακευτική αγωγή. Όταν η ακράτεια είναι μέτρια ή σοβαρή ενδείκνυται η κολπική τοποθέτηση μιας ταινίας ελεύθερης τάσης (διακολπική ή διαθυροειδική). Η ταινία ανασηκώνει ελαφρά τη μεσότητα τη ουρήθρας κι έτσι βελτιώνει την υποστήριξή της. Η επέμβαση είναι απλή με νοσηλεία μιας ημέρας και τα ποσοστά επιτυχία της ξεπερνούν το 90%. Σε πιο περίπλοκες περιπτώσεις ή εκεί όπου οι ταινίες δε λύνουν το πρόβλημα μπορεί να επιλεγεί μια ανοικτή ή λαπαροσκοπική επέμβαση ανάρτησης της ουρήθρας ή του αυχένα της κύστης (επέμβαση Burch, ιεροκολποπηξία κ.α.). Η ακράτεια από έπειξη μπορεί να θεραπευτεί με τη βοήθεια φαρμακευτικών ουσιών που καλούνται αντιχολινεργικά. Υπάρχουν αρκετές νέες ουσίες (σολιφενακίνη, φεσοτεροδίνη κ.α.) αλλά και παλαιότερες (τολτεροδίνη, οξυβουτινίνη) σε μορφή δισκίων ή διαδερμικών επιθεμάτων που μπορούν να αντιμετωπίσουν την πάθηση με υψηλά ποσοστά επιτυχίας. Δυστυχώς σε κάποιο ποσοστό προκαλούν ξηροστομία και δυσκοιλιότητα δυσκολεύοντας τη συμμόρφωση των ασθενών. Ένα νέο φάρμακο που εχει κυκλοφορήσει είναι η μιραμπεγκρόνη το οποίο δεν προκαλεί ξηροστομία και δυσκοιλιότητα και ως αποτέλεσμα η συμμόρφωση των ασθενών να είναι καλύτερη. Σε δύσκολες ή ανθεκτικές περιπτώσεις μπορεί επιλεκτικά να γίνει ενδοκυστική έγχυση αλαντικής τοξίνης (Botox) με τοπική αναισθησία. Η μέθοδος έχει καλά αποτελέσματα αλλά: α) μπορεί μετεγχειρητικά να υπάρξει αδυναμία ούρησης και μία περίοδος αυτοκαθετηριασμών, β) χρειάζεται επανάληψη της έγχυσης μετά 6 μήνες περίπου.
ΚΥΣΤΕΟΚΗΛΗ - ΠΡΟΠΤΩΣΗ ΠΥΕΛΙΚΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ
Πρόπτωση Πυελικού Εδάφους
Το πυελικό έδαφος είναι μια σύνθετη μυοσκελετική δομή, που αποτελείται από συνδέσμους, περιτονίες και μια ομάδα σημαντικών γραμμωτών μυών. Αυτοί οι μύες ονομάζονται μύες του πυελικού εδάφους και βρίσκονται μεταξύ της ηβικής σύμφυσης και του κόκκυγα.
Υποστηρίζουν παθητικά και ενεργητικά ζωτικά όργανα, όπως την κύστη, την ουρήθρα, τα γεννητικά όργανα και το έντερο, φροντίζουν για την εγκράτεια των ούρων και του εντέρου, συμβάλλουν στη σεξουαλική υγεία, καθώς και στη σταθερότητα της οσφύος.Η πρόπτωση ορίζεται ως η μετατόπιση των πυελικών οργάνων (τράχηλος μήτρας, πρόσθιο ή οπίσθιο κολπικό τοίχωμα κ.α.) πλησίον ή πέρα από το επίπεδο του παρθενικού υμένα.
Αποτελεί ένα μείζον ιατροκοινωνικό πρόβλημα με 1 στις 10 γυναίκες να πάσχουν.
Η παθοφυσιολογία των προπτώσεων περιλαμβάνει:
-
κακώσεις
-
μεταβολικές διαταραχές
-
παθολογική ενδοκοιλιακή πίεση
Πρόπτωση Πυελικού Εδάφους
Κυστεοκήλη (πρόπτωση πρόσθιου κολπικού διαμερίσματος)
Η πρόπτωση της ουροδόχου κύστης χαμηλότερα από τη φυσιολογική της θέση μέσα στον κόλπο(πρόσθιο τοίχωμα) ονομάζεται κυστεοκήλη. Δημιουργείται λόγω της χαλάρωσης των μυών και των συνδέσμων που στηρίζουν και συγκρατούν την ουροδόχο κύστη στη φυσιολογική της θέση.
Η διάγνωση γίνεται με τη γυναικολογική εξέταση, κατά την οποία εξακριβώνεται το είδος και ο βαθμός της πρόπτωσης.
Ανάλογα με το ιστορικό της ασθενούς ενδέχεται να πραγματοποιηθούν εξετάσεις, όπως ο ουροδυναμικός έλεγχος και υπερηχογραφικός έλεγχος των γυναικολογικών οργάνων και του ουροποιητικού συστήματος. Σε πιο σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να ζητηθούν επιπλέον ακτινολογικές εξετάσεις, όπως κυστεογραφία ή μαγνητική τομογραφία.
Συμπτώματα:
• αίσθηση βάρους ή πίεση στον κόλπο
• πυελικό άλγος
• αίσθημα ατελούς κένωσης της κύστης
• υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις
• ακράτεια ούρων, ιδιαίτερα με το βήχα, το φτάρνισμα ή την άσκηση
• πόνος ή/και απώλεια ούρων κατά τη σεξουαλική επαφή
Προδιαθεσικοί παράγοντες:
• παχυσαρκία
• βαριά σωματική εργασία
• χρόνιος βήχας
• χρόνια δυσκοιλιότητα
• γενετικοί παράγοντες
• υστερεκτομή
• φυσιολογικός τοκετός
• ηλικία
Πρόληψη:
• Ασκήσεις ενδυνάμωσης του πυελικού εδάφους (ασκήσεις Kegel)
• Θεραπεία δυσκοιλιότητας
• Αποφυγή σημαντικής άρσης βάρους
• Θεραπεία βήχα
• Διακοπή καπνίσματος
• Διατήρηση φυσιολογικού σωματικού βάρους
Θεραπεία:
Στις συμπτωματικές κυστεοκήλες (μετρίου ή μεγάλου βαθμού) η θεραπεία είναι μόνο χειρουργική.
Στόχοι της χειρουργικής θεραπείας:
• αποκατάσταση της φυσιολογικής ανατομικής του κόλπου
• ανακούφιση από τα συμπτώματα
• ομαλή λειτουργία του κατώτερου ουροποιητικού και του κατώτερου πεπτικού
• διατήρηση ομαλής σεξουαλικής ζωής
Ανάλογα με τον τύπο και τον βαθμό της, η κυστεοκήλη μπορεί να αποκατασταθεί είτε με διακολπική επέμβαση (πρόσθια κολπορραφία), είτε λαπαροσκοπικά, είτε με τη χρήση πλέγματος.
Η χειρουργική επέμβαση εξατομικεύεται για κάθε ασθενή ανάλογα με την ηλικία, τον τύπο και το βαθμό της πρόπτωσης, την επιθυμία σεξουαλικών επαφών και τη φυσική κατάσταση της ασθενούς.
Πολλές φορές, προηγείται του χειρουργείου, ως προσωρινή δοκιμαστική λύση, η τοποθέτηση ενός δαχτυλιδιού που ονομάζεται πεσσός μέσα στον κόλπο. Σκοπός του δαχτυλιδιού είναι να κρατάει την κύστη στη θέση της αρχικά για περίπου 6 εβδομάδες, ώστε τόσο η γυναίκα/ασθενής, όσο και ο γιατρός της, να πάρουν πληροφορίες για το πώς θα είναι η ούρηση της ασθενούς μετά το χειρουργείο. Ο κύριος λόγος είναι ότι, αρκετές φορές, η κυστεοκήλη συγκαλύπτει μία ακράτεια ούρων, η οποία εκδηλώνεται μετά το χειρουργείο.
Χειρουργικής θεραπεία πρόπτωσης προσθίου κολπικού τοιχώματος (anterior prolapse) με τη χρήση πλέγματος.
Με τη συγκεκριμένη τεχνική επιτυγχάνεται ανάρτηση του πυελικού εδάφους και αποκατάσταση της ανατομίας της περιοχής, ενισχύοντας τα χαλαρωμένα τοιχώματα της πυέλου με την τοποθέτηση του πλέγματος.
Η αποκατάσταση με πλέγμα παρέχει τα υψηλότερα ποσοστά ανατομικής ίασης.
• Υψηλό ποσοστό μόνιμης ίασης – διόρθωσης (88-95%)
• Χαμηλό ποσοστό επανεπέμβασης για υποτροπή (1 – 2%)
• Θεραπεία συνυπάρχουσας υπερδραστήριας κύστης
Ορθοκήλη (πρόπτωση οπίσθιου κολπικού διαμερίσματος)
Η ορθοκήλη είναι μία πρόπτωση του πρόσθιου τοιχώματος του ορθού προς τον κόλπο.
Οφείλεται συνήθως σε χαλάρωση του πυελικού εδάφους και εμφανίζεται συχνότερα σε μεγάλη ηλικία και εφόσον έχουν προηγηθεί τοκετοί. Μπορεί να παρουσιαστεί μόνη της, χωρίς συνοδές παθήσεις ή να συνυπάρχει με άλλες προπτώσεις.
Η θεραπεία της μεγάλου βαθμού ορθοκήλης είναι μόνο χειρουργική.
Πρόπτωση μήτρας
Πρόπτωση μήτρας είναι η πτώση της μήτρας από τη φυσιολογική της θέση, μέσα στον κόλπο.
Η μήτρα μπορεί να γλιστρήσει αρκετά και να πέσει μερικώς μέσα στον κόλπο δημιουργώντας έναν αισθητό όγκο ή μάζα. Αυτή η κατάσταση ονομάζεται μερική πρόπτωση. Σε σοβαρότερες περιπτώσεις – γνωστές και σαν πλήρη πρόπτωση – η μήτρα γλιστρά σε τέτοιο έντονο βαθμό, ώστε ένα μέρος ή και ολόκληρη η μήτρα να βρίσκεται και να πέφτει έξω από τον κόλπο.
Η πρόπτωση μήτρας εμφανίζεται λίγο πριν και λίγο μετά την εμμηνόπαυση και μπορεί να επηρεάσει συνολικά την ποιότητα ζωής και την ψυχολογία του ασθενούς.
Παράγοντες κινδύνου για την εμφάνισή της είναι οι φυσιολογικοί τοκετοί, η ηλικία (εμμηνόπαυση), η άρση βαρέων αντικειμένων, η δυσκοιλιότητα και ο χρόνιος βήχας.
